Σαντούρι

Η λέξη santur προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ψαλτήριο (ψάλλω, τραγουδώ). Οι λαοί που το χρησιμοποίησαν το μετονόμασαν σε σαλτήρ (sa-li-te-lu), σαντίρ, σαντούρ διότι δεν έχουν στο αλφάβητό τους το γράμμα «ψ» και εξαιτίας της προφοράς του που ήταν δύσκολη, επικράτησε στους λαούς της Μεσοποταμίας με το όνομα santur-santir.

Το ελληνικό σαντούρι αποτελεί ένα από τα βασικά όργανα που ενορχηστρώνει τις μουσικές της Λέσβου. Το σχήμα που έχει επικρατήσει είναι ισοσκελούς τραπεζίου και διαθέτει χορδές κατά μήκος των δυο παράλληλων πλευρών του. Παίζεται με δυο λεπτά ραβδάκια, όπου ονομάζονται «μπακέτες» και στις άκρες τους μπορεί να τυλιχτεί είτε δέρμα, είτε τσόχα, είτε βαμβάκι.

Στη Λέσβο δεν είχαν πάντα πρωταρχικό ρόλο τα σαντουροβιόλια. Τις κομπανίες αποτελούσαν κυρίως τα φυσερά. Έπειτα όμως από τη μικρασιατική καταστροφή (1922) όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην Ελλάδα και έφεραν ήθη, έθιμα και παραδόσεις έφεραν και το σαντούρι. Οι ντόπιοι όταν άκουσαν τον ήχο του σαντουριού ανέφεραν ότι ήταν τόσο γλυκός που «ξεκούραζε» τα αυτιά τους. Πολλοί λοιπόν οι σαντουριέρηδες στη Λέσβο όπου με το γρήγορα και χαρισματικό παίξιμο τους μας έκαναν να αγαπήσουμε το συγκεκριμένο μουσικό όργανο. Το σαντούρι.

Μαθήματα Σαντουριού στη Λέσβο